Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πόσο υπολογίζεις τα ΟΝΕΙΡΑ σου ;


Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όταν κάθομαι σ’ ένα λεωφορείο με δεκαπέντε άδειες θέσεις, αυτός ή αυτή που θα μπει, θα κάτσει ακριβώς δίπλα μου. Το έχετε παρατηρήσει κι εσείς έτσι;

«Τελικά ξεστομίζουμε βαρύγδουπα ότι δήθεν θέλουμε την ησυχία μας, αλλά κανείς δεν το θέλει πραγματικά!» έλεγα συμπερασματικά μια μέρα στη Γωγώ  «Εγώ την θέλω και το επιδιώκω!» μου απάντησε εκείνη.

Την Γωγώ την γνώρισα πριν δύο χρόνια στο πάρκο όπου η σκυλίτσα μου ερωτεύτηκε τον δικό της σκύλο. Επαγγέλλεται κομμώτρια αλλά το όνειρο της από είκοσι χρονών ήταν να μείνει σε μια φάρμα στην επαρχία. Παρωχημένο και χιλιοειπωμένο, είχα σκεφτεί όταν μου το’ πε, αλλά δεν βαριέσαι…πόσοι το λένε και δεν το κάνουν;

Μετά από κάποιους μήνες καθημερινής βόλτας στο πάρκο, μου έκανε την ανακοίνωση: «Φιλενάδα βρήκα το ιδανικό μέρος! Την άλλη εβδομάδα μετακομίζω στην Κυπαρισσία!» Χρειάστηκα αρκετά λεπτά για να συνειδητοποιήσω τι μου έλεγε.

Δηλαδή θα άφηνε το σπίτι που έχτισε με τόσο κόπο κάνοντας οικονομίες και την καλή δουλίτσα στο σούπερ χλιδάτο κομμωτήριο για να πάει να ταΐζει κότες;
«Και το πρόσωπο; Εδώ θα τον αφήσεις;» την ρώτησα. Διατηρούσε μια  ανεμοδαρμένη σχέση που μετρούσε εννέα μήνες.

«Το όνειρο μου να ζήσω κοντά στη φύση μακριά απ΄τους έντονους ρυθμούς της Αθήνας, είναι πιο φλέγον κι απ΄τον έρωτα. Δεν μπορώ να τον αναγκάσω να συμμετέχει στο όνειρο μου βρε Αναστασάκι, αν δεν το έχει ποθήσει και ο ίδιος. Και ξέρεις βαρέθηκα να περιμένω μέχρι να θελήσει κάποιος να πορευτεί μαζί μου. Αποφάσισα να το κάνω μόνη μου.»

Μάζεψε λοιπόν τα μπογαλάκια της, κόλλησε ένα «ενοικιάζεται» στο σπίτι της κι έφυγε για το χωριό Μύλοι. Βρήκε μια πανέμορφη μονοκατοικία με αυλή και θέα την θάλασσα, σε τιμή που εδώ στην πρωτεύουσα νοικιάζεις μόνο υπόγειο.
Δίπλα της αντί για πολυκατοικίες έχει δένδρα και μια ρεματιά που την ξυπνά κάθε πρωί με τον τραγουδιστό ήχο του νερού.
 Ένα χρόνο μετά την ακούω στο τηλέφωνο με την ίδια έξαψη, να μου περιγράφει πόση μαγεία βιώνει καθημερινά. Οι συντοπίτες της στην αρχή την αντιμετώπισαν καχύποπτα. Σου λέει, μια γυναίκα μόνη στα τριάντα-βάλε έρχεται εδώ στην ερημιά να κάνει τι; Ποιος ξέρει τι αμαρτίες κουβαλά απ΄την πόλη.

 Όμως με την ευγένεια και το μπρίο που σκορπούσε, κατάφερε να την προμηθεύουν με τόση αγάπη, τρυφερότητα και λαχανικά, που το ψυγείο της είναι πάντα γεμάτο παρότι η ίδια είναι άνεργη. Κουτσά στραβά τα βγάζει πέρα με κάτι κουρέματα αλλά δεν προβληματίζεται.
 Δηλώνει ευτυχισμένη σε κάθε στιγμή κι εκφράζει συνέχεια την ευγνωμοσύνη της για όσα είναι να έρθουν. Πραγματικά την ζηλεύω αφάνταστα για το πνεύμα της.

«Κι από παρέες;» την ρώτησα μια μέρα.
 «Έχω βρει κι άλλους εδώ που παράτησαν τις πόλεις! Είναι ένα ζευγάρι που κάνουμε πολύ ωραία παρεούλα. Ο Σωτήρης έκανε μεταπτυχιακό οικονομικών στο Λονδίνο και τελικά ήρθε εδώ κι έστησε μια επιχείρηση καλλιέργειας βοτάνων που πάει περίφημα. Προμηθεύει τα πιο εκλεπτυσμένα εστιατόρια. Κι η γυναίκα του η Αλκμήνη παράτησε την δικηγορία στην Θεσσαλονίκη και τώρα παραδίδει εδώ μαθήματα yoga.

 Τα παιδιά ακολούθησαν το όνειρο τους, ήρθαν εδώ, γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν. Που ξέρεις...μπορεί κι εγώ να βρω έτσι το ταίρι μου! Προς το παρόν απολαμβάνω την κάθε στιγμή με τον εαυτό μου! ‘Αντε ψηθείτε να ρθείτε κι εσείς να φτιάξουμε κοινότητα».
 Την τελευταία ατάκα μου την πετάει κάθε φορά πριν κλείσουμε το τηλέφωνο.
Ώραια ιστορία θα πεις εσύ που τη διαβάζεις. Ίσως να συλλογίζεσαι ότι κάποια στιγμή θα ήθελες να το κάνεις κι εσύ. Όμως δεν θα το κάνεις. Θες να σου πω γιατί;

«Ο κόσμος σαν εσένα... νιώθει ζωντανός μόνο ανάμεσα στους άλλους... προτιμάει τα πολυσύχναστα μέρη...

 βρίσκει δουλειά σε δημόσιες υπηρεσίες ή απασχολείται σε μεγάλες επιχειρήσεις... οπουδήποτε μπορεί να νιώθει το καθησυχαστικό χάϊδεμα του πλήθους...

 Εξυμνεί όλες τις ιεροτελεστίες της εξάρτησης και πλημμυρίζει τους ναούς της: κινηματογράφους, θέατρα, νοσοκομεία, γήπεδα, δικαστήρια, εκκλησίες, αρκεί να είναι με τους άλλους, αρκεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, από το δυσβάσταχτο βάρος της μοναξιάς του».
Γράφει ο συγγραφέας Stefano Elio D’anna στο βιβλίο του «Σχολή των Θεών».

Λατρεύουμε τα προβλήματα μας και να μιλάμε συνεχώς γι αυτά. Μας αρέσει να συνωστιζόμαστε, αλλά να σιχτιρίζουμε ο ένας τον άλλον. Να πηγαίνουμε για καφέ και να παραπονιόμαστε για την τιμή του.
 Δυσκολευόμαστε να εγαταλείψουμε τα βάσανα και τις ανασφάλειες μας κι έτσι γινόμαστε πάμπλουτοι σ’ αυτά.
 Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκατσες παρέα με τον ουρανό, απλά να ανασαίνεις και να υπάρχεις; Φαντάζει ξένο το σκηνικό. Την φοβόμαστε την απεραντοσύνη και προτιμάμε να κάνουμε βουνό τα μικροαστικά μας προβλήματα.

Και τι ν’ αφήσω την δουλίτσα μου, που μου πληρώνει έστω τους λογαριασμούς και να τρέχω για πουρνάρια, θα μου πεις. Και την ζωή σου ποιος θα στην ξεπληρώσει;

 Αφιερώνεις οχτώ ώρες κάθε μέρα για να κάνεις μια δουλειά που δεν σου αρέσει. Γιατί αντε να σου αρέσει αλλά να μην πληρώνεσαι καλά, τουλάχιστον δεν είναι χαμένος χρόνος.

 Αλλά να μην σου αρέσει και να πληρώνεσαι και κάκιστα, απλά για να ξεπληρώνεις τους λογαριασμούς, ποιο το νόημα; Θα σου χαρίσει κανείς ποτέ πίσω τα χρόνια που σπατάλησες;

Το να ξεχνάς τον εαυτό σου είναι η μοναδική αμαρτία. Και το να θυμάσαι τον εαυτό σου στην τέλεια ομορφιά του, είναι η μοναδική αρετή, η μοναδική θρησκεία. 


Και για να είσαι ο εαυτός σου, χρειάζεται πρώτα να γνωρίσεις τον εαυτό σου και μετά να τον θυμάσαι. Και πως θα τον γνωρισεις αμα τρέχεις συνέχεια; Σε ρωτάω εγω.